Προπονώντας τους αθλητές της γενιάς Generation Z

Γράφει η Φρόσω Πατσού Ph.D, M.Sc. Ψυχολόγος – Αθλητική Ψυχολόγος, Επιστημονική Συνεργάτιδα Εθνικής Ομάδα

www.idealpsychology.gr 

Οι σημερινοί νεαροί αθλητές ανήκουν σε μια ομάδα που είναι γνωστή ως Generation Z (Gen Z) ή Post-Millennial ή αλλιώς iGeneration. Πρόκειται για την ηλικιακή ομάδα που γεννήθηκε μεταξύ των μέσων της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000, και είναι επίσης η δημογραφική ομάδα που ακολουθεί τις γενιές Millennials, Generation X και Baby Boomers. Η γενιά Generation Z, γενικά, έχει μεγαλώσει σε ένα εντελώς ψηφιακό περιβάλλον. Γεννήθηκαν μετά την έλευση του διαδικτύου, μεγάλωσαν με smartphone, φορητούς υπολογιστές και iPad στα σπίτια και τα σχολεία τους, επιτρέποντάς τους να κατέχουν υπέροχες τεχνολογικές δεξιότητες. Αντίστοιχα, είναι και η γενιά η οποία μπορεί να έχει επηρεαστεί άλλες φορές λιγότερο και άλλες περισσότερο, ανάλογα από τη γεωγραφική περιοχή που ζει, από σημαντικά κοινωνικοπολιτισμικά και οικονομικά γεγονότα όπως για παράδειγμα η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, η παγκόσμια ύφεση του 2008 και τελευταία βέβαια ο COVID-19.

Παρόλο που η συγκεκριμένη γενιά έχει περισσότερες λαμβάνουσες και πληρέστερη πληροφορία από προηγούμενες γενιές, κάτι που θεωρητικά θα μπορούσε να την κατατάξει σε μια πιο μορφωμένη και οργανωτική γενιά, τα αποτελέσματα ερευνών δεν δικαιώνουν τα πλεονεκτήματα της. Είναι μια γενιά που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συγκέντρωσης, μικρότερα διαστήματα προσοχής, μεγαλύτερη ανάγκη για θετικά σχόλια και διαρκή εξωτερική παρακίνηση, έλλειψη ανεξαρτησίας και φυσικά αυξημένο χρόνο χρήσης της οθόνης.

Η συγκεκριμένη γενιά φαίνεται να μεγαλώνει πιο αργά αποφεύγοντας τις ευθύνες των ενηλίκων, όπως η μετακίνηση με τα μέσα μεταφοράς, η ανάληψη πρωτοβουλιών και σε μεγαλύτερη ηλικία η οικονομική ανεξαρτησία. Περνά λιγότερο χρόνο σε άμεση επαφή με φίλους και αγαπημένους ενώ, φαίνεται να παρουσιάζει υψηλότερα γενετικά σημάδια κατάθλιψης, άγχους και μοναξιάς σε σχέση με προηγούμενες γενιές.

Φυσικά όλα αυτά τα καινούρια δεδομένα δεν θα μπορούσαν να μην έχουν επιρροή και στον αθλητισμό. Σε μια πρόσφατη έρευνα στην οποία συμμετείχαν αθλητές, προπονητές, παράγοντες αλλά και ειδικό επιστημονικό προσωπικό, όπως αθλητικοί ψυχολόγοι αλλά και διατροφολόγοι, αναδείχτηκαν τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά σημεία της συγκεκριμένης γενιάς.

Οι αθλητές/τριες της Generation Z:

Ø αναγνωρίστηκαν ότι είχαν ισχυρές τεχνολογικές δεξιότητες, τις οποίες όμως πολλές φορές δεν τις χρησιμοποιούσαν προς όφελος τους

Ø επιθυμούσαν πολύ να γνωρίζουν το «γιατί» και

Ø είχαν υψηλό κίνητρο όταν το ερέθισμα το οποίο είχαν να εκτελέσουν ήταν οπτικό.

Στον αντίποδα, οι ειδικοί ανέφεραν και τις προκλήσεις της συνεργασίας με αυτήν την ομάδα αθλητών, οι οποίες περιελάμβαναν:

Ø σύντομα χρονικά διαστήματα συνεργασίας καθώς οι συμμετέχοντες αδυνατούσαν να δεσμευτούν περαιτέρω

Ø κακές προσωπικές δεξιότητες επικοινωνίας

Ø έλλειψη ανεξαρτησίας

Ø δυσκολίες αντιμετώπισης στρεσογόνων καταστάσεων

Ø ανησυχία για τη διαρκή εμπλοκή με τα κοινωνικά μέσα και δίκτυα και

Ø δυσκολίες στη συνεργασία με τους σημαντικούς άλλους της ζωής τους (π.χ. γονείς ή προπονητές).

Το να έχουν κατά νου και να προσαρμόζουν οι προπονητές τη συμπεριφορά και τη γνώση τους σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας του αθλητή ήταν πάντα θέμα μείζονος σημασίας για τη μεγιστοποίηση της απόδοσης, ιδιαίτερα στις αναπτυξιακές ηλικίες των αθλητών/τριών. Ωστόσο, φαίνεται ότι σήμερα αυτή η ικανότητα κατέχει πρωταρχικό ρόλο καθώς οι προπονητές καλούνται να «διαχειριστούν» μια διαφορετική γενιά, η οποία έχει μεγαλώσει σε ψηφιακή εποχή και αυτό την έχει διαμορφώσει στη συμπεριφορά και την προσωπικότητα της. Οι ειδικοί στην Αθλητική Ψυχολογία δίνουν τις ακόλουθες συμβουλές στους προπονητές, προκειμένου να «χτίσουν» καλύτερη επικοινωνία και σχέσεις με τους αθλητές τους για τη βελτίωση της απόδοσης τους.

· Εξηγήστε το «Γιατί». Με την τεχνολογία και τις πληροφορίες στα χέρια τους, οι αθλητές της Generation Z αναμένουν από τους ενήλικες να είναι έτοιμοι κάθε φορά για επαρκείς απαντήσεις οι οποίες θα τους καλύψουν τόσο γνωστικά όσο και συναισθηματικά. Απαντήσεις όπως «γιατί το λέω εγώ» δεν δημιουργούν κίνητρα και επιφέρουν συνήθως σύγχυση, θυμό, αντίδραση, άρνηση για συνεργασία, μειωμένη προσπάθεια αλλά και εγκατάλειψη του αθλήματος.

· Επικοινωνήστε αποτελεσματικά. Αν και η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία δεν αποτελεί το δυνατό στοιχείο των αθλητών της Generation Z, οι προπονητές θα πρέπει να επιμείνουν δημιουργώντας ανοιχτές συζητήσεις, να χρησιμοποιούν τα γραπτά μηνύματα λίγες φορές και να υπενθυμίζουν τη χρήση παραδοσιακών μεθόδων για παροχή της πληροφορίας όπως βιβλία, εφημερίδες. Ταυτόχρονα όμως να μην επιδιώκουν να απομακρύνουν τους αθλητές από το περιβάλλον στο οποίο ανήκουν δαιμονοποιώντας την τεχνολογία και τις συσκευές που χρησιμοποιούν, απλά να βάζουν στην «ατζέντα» και εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας και μάθησης.

· Προσπαθήστε να είστε άμεσοι. Με μικρότερα χρονικά διαστήματα διατήρησης της προσοχής, οι προπονητές και το προσωπικό υποστήριξης θα πρέπει να προσαρμοστούν κάνοντας τις πληροφορίες και τα μηνύματα πιο σύντομα, άμεσα και περιεκτικά στην έναρξη και στο τέλος των προπονήσεων αλλά και κατά τη διάρκεια του αγώνα.

· Εστιάστε στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα. Αν και αυτό μπορεί να ίσχυε πάντα, ωστόσο σήμερα κρίνετε περισσότερο ως επιτακτική ανάγκη οι σημερινοί προπονητές να γνωρίζουν περισσότερο από ποτέ τα συμπτώματα υπερβολικής προπόνησης και εξουθένωσης και να χρησιμοποιούν τις αρχές της περιοδικότητας κατά τον προγραμματισμό προπονήσεων και αγώνων.

· Ενισχύστε την ανεξαρτησία. Αναμφίβολα, οι αθλητές και οι αθλήτριες της Generation Z γενιάς εξαρτώνται πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά από τους «σημαντικούς άλλους» - ενήλικες. Δίνοντας στους αθλητές αυτονομία, επιλογή και ευθύνη, οι προπονητές μπορούν να τους βοηθήσουν ώστε να αναπτύξουν σωστή κριτική σκέψη, καλύτερη διαχείριση των συναισθημάτων τους, σωστότερες επιλογές και γενικότερα δεξιότητες που σχετίζονται με την ανεξαρτησία. Για παράδειγμα, η παροχή ευκαιριών για λήψη αποφάσεων, κριτική σκέψη και υπευθυνότητα μπορεί να βοηθήσει τους αθλητές στην προσωπική, αθλητική και επαγγελματική τους ανάπτυξη.

· Καθορίστε ξεκάθαρους στόχους. Οι σωστά τοποθετημένοι, ρεαλιστικοί και εφικτοί στόχοι ήταν πάντα κομμάτι της εκπαίδευσης στην Αθλητική Ψυχολογία. Ωστόσο, ξεκάθαροι στόχοι οφείλουν να τεθούν και στη χρήση της τεχνολογίας. Για παράδειγμα κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης ή ενός δείπνου με την ομάδα ή κατά τη διάρκεια των προπονήσεων τα κινητά τηλέφωνα θα είναι σε σίγαση.

· Προωθήστε την ανθεκτικότητα. Είναι γνωστό ότι κάθε επόμενη γενιά θεωρείται «πιο μαλακή» από την προηγούμενη. Για την Generation Z φαίνεται να υπάρχει μια επιπλέον δυσκολία και μια χαμηλή αντοχή στη ματαίωση σε μεγάλο βαθμό. Οι προπονητές θα πρέπει να μάθουν και να ενισχύσουν τους/τις αθλητές/τριες στην αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων και να τους μάθουν επιμονή και ανθεκτικότητα. Η δημιουργία πίεσης και δύσκολων καταστάσεων στην προπόνηση, μαζί με τη διδασκαλία κατάλληλων στρατηγικών αντιμετώπισης, μπορεί να τους βοηθήσει να χειριστούν καλύτερα τις ανταγωνιστικές και προσωπικές αποτυχίες.

Πρόκειται σαφώς για μια μοναδική γενιά, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η αντιμετώπιση της οποίας βασίζεται κυρίως σε εμπειρικά δεδομένα μέχρι στιγμής. Φυσικά απαιτείται περισσότερη έρευνα για τις γενετικές διαφορές στους σημερινούς αθλητές, ωστόσο, οι πρώτες μελέτες έδωσαν μια εικόνα για ορισμένα μοναδικά χαρακτηριστικά της Generation Z. Οι προπονητές και το προσωπικό υποστήριξης μπορούν να επωφεληθούν από αυτήν τη γνώση

και να προσαρμόσουν τις φιλοσοφίες διδασκαλίας και προπόνησης που ταιριάζουν στους νέους αθλητές του σήμερα.

References

Gould, D., Nalepa, J., & Mignano, M. (2019). Coaching Generation Z athletes. Journal of Applied Sport Psychology.

Vance, M. R. (2019). Generation Z: Perceptions from Today’s Collegiate Athlete on the Coach-Athlete Relationship and Its Impact on Success in Athletics.

Γράφει η Φρόσω Πατσού Ph.D, M.Sc. Ψυχολόγος – Αθλητική Ψυχολόγος, Επιστημονική Συνεργάτιδα Εθνικής Ομάδα

www.idealpsychology.gr 

 
Πολλές φορές όταν ζητείται από τους αθλητές/τριες να περιγράψουν πώς ένιωσαν στον πιο ευχάριστο γι’ αυτούς αγώνα οι πιο συνηθισμένες απαντήσεις είναι ότι «ήμουν πολύ συγκεντρωμένος», «έλεγχα τα συναισθήματα μου», «δεν αισθανόμουν σχεδόν καθόλου κόπωση», «ήμουν απόλυτα απορροφημένος στο έργο που είχα να εκτελέσω», «είχα διαυγή σκέψη», «δεν σκεφτόμουν το αποτέλεσμα αλλά ευχαριστιόμουν τη στιγμή και αυτό που έκανα».
Με ένα γενικό όρο όλα τα προηγούμενα θα μπορούσαν να αναφερθούν ως Θετικά Συναισθήματα ή αλλιώς Ροή κατά τη διάρκεια του αγώνα. 
 
Ο όρος «Ψυχολογική Ροή» έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια στον αθλητισμό και οι ερευνητές της Εφαρμοσμένης Αθλητικής Ψυχολογίας δείχνουν τεράστιο ενδιαφέρον για το πώς θα καταφέρουν να κάνουν τον αθλητή/τρια να βιώσει μια τέτοια κατάσταση κατά τη διάρκεια του αγώνα. 
 
Το αίσθημα της Ροής (Flow) βιώνεται από τον καθένα μας όταν επιδιδόμαστε σε μια ευχάριστη και ενδιαφέρουσα δραστηριότητα μόνο για χάρη της και για κανένα άλλο σκοπό ή στόχο και αποτελεί μια ιδανική ψυχολογική κατάσταση. Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε παιχνίδια και δραστηριότητες που κάναμε μόνοι μας ή με παρέα και οι οποίες μας ευχαριστούσαν τόσο πολύ που επιδιώκαμε να τις επαναλάβουμε καθημερινά μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση μας και γι’ αυτό που νιώθαμε.
 
Υπό αυτή την έννοια ένας αθλητής μπορεί να κάνει ένα προσωπικό ρεκόρ αλλά να μην νιώθει εκείνη τη στιγμή ότι η όλη εμπειρία ήταν κορυφαία. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι αθλητές/τριες αναφέρουν μετά την επίτευξη κάποιου ρεκόρ ότι δεν περίμενα να δω το χρόνο που είδα γιατί δεν κατάλαβα την ώρα του αγώνα ότι ήμουν σε τόσο καλή κατάσταση. Η έννοια της Ροής λοιπόν δεν συνδέεται πάντα με το ατομικό ρεκόρ. 
 
Ο Csikszentmihalyi υποστηρίζει ότι αν το άτομο θα βρεθεί σε ροή ή όχι εξαρτάται  από την ικανότητά του να μετατρέπει μια αγχώδη ή αντίστοιχα βαρετή κατάσταση σε προκλητική και ενδιαφέρουσα. Κατά συνέπεια αν ο αθλητής/τρια αισθανθεί ότι ο αγώνας που πρόκειται να εκτελέσει είναι πιο εύκολος ή πιο δύσκολος από τις ικανότητες του θα βιώσει απάθεια ή άγχος αντίστοιχα. Αν όμως υπάρχει ισορροπία μεταξύ αγώνα και δεξιοτήτων τότε το άτομο θα βρεθεί σε ψυχολογική ροή κάτι το οποίο είναι ζητούμενο. 
 
Οι έρευνες δείχνουν ότι:
•Η ανάπτυξη και η βελτίωση των ικανοτήτων μέσω της προπόνησης, 
•Οι ιδανικές συνθήκες περιβάλλοντος, 
•Η βελτίωση της συγκέντρωσης και της προσοχής, 
•Η αύξηση της αυτοπεποίθησης, 
•Η θετική αλληλεπίδραση με τους σημαντικούς άλλους (προπονητής, συναθλητές, παράγοντες κ.τ.λ.), και 
•Η δημιουργία εμπειρίας 
βελτιώνουν και αυξάνουν το flow στον αγώνα. 
 
Πρέπει να σημειωθεί ότι είναι σύνηθες το φαινόμενο ο αθλητής/τρια να τροποποιεί τις σκέψεις του στον αγώνα και ενώ αρχικά να βιώνει υψηλά θετικά συναισθήματα και ροή, στη συνέχεια για διάφορους λόγους όπως π.χ. η εμφάνιση σε υψηλή θέση ενός outsider ή ένας τραυματισμός να τον/την κάνουν να αλλάζει την εμπειρία του και τα συναισθήματα του να μετατρέπονται σε αρνητικά με αποτέλεσμα τη μείωση της ροής. 
 
Από την πιο απλή δραστηριότητα που μπορεί να είναι ένα απολαυστικό γεύμα ή η παρακολούθηση κάποιου αγώνα της αγαπημένης μου ομάδας (micro-flow), έως και τις πιο σύνθετες δραστηριότητες όπως π.χ. η συμμετοχή σε έναν πολύ δύσκολο αγώνα (macro flow) η Ψυχολογική Ροή αποτελείται από εννέα (9) βασικά χαρακτηριστικά:
 
1.Iσορροπία προκλήσεων – δεξιοτήτων  (challenge-skill balance): Είναι η διαδικασία όπου το άτομο-αθλητής αισθάνεται ότι είναι ικανό να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που απορρέουν από τις συνθήκες του αγώνα επειδή έχει τις κατάλληλες δεξιότητες και είναι ικανό να το κάνει. Π.χ. «Ξέρω ότι ο αντίπαλος είναι δύσκολος αλλά είμαι ικανός να τον αντιμετωπίσω»
2.Ταύτιση ενέργειας – επίγνωσης (action awareness mergin): Το άτομο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης ενός έργου κατά τη διάρκεια του αγώνα νιώθει αναπόσπαστο κομμάτι του και εκτελεί αυτόματες κινήσεις. Π.χ «Δεν χρειαζόταν να σκεφτώ κάτι – όλα γίνονταν αυτόματα»
3.Σαφείς στόχοι (clear goals): Π.χ. «Ήξερα επακριβώς τι είχα να κάνω».
4.Σαφής ανατροφοδότηση (unambiguous feedback): Π.χ. «Καταλάβαινα πάρα πολύ καλά κατά τη διάρκεια του αγώνα αν ήμουν καλός/ή»
5.Συγκέντρωση στο επιτελούμενο έργο (concentration on the task): Π.χ. «Ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένος σε αυτό που έκανα»
6.Αίσθηση ελέγχου (sense of control): Το άτομο νιώθει ότι είναι ικανό  να κατευθύνει τις ενέργειες του για να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Π.χ. «Ένιωθα ότι είχα τον απόλυτο έλεγχο για αυτό που έκανα». 
7.Απώλεια αυτοσυνειδητότητας (loss of self-consciousness): Ο αθλητής/τρια ταυτίζεται απόλυτα με το επιτελούμενο έργο και το εκτελεί με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Π.χ. «Δεν είχα αμφιβολία για την ικανότητα μου να επιτύχω στον αγώνα».
8.Μετασχηματισμός του χρόνου (transformation of time): Π.χ. «Ένιωθα σαν ο χρόνος να μην κυλούσε όσο αγωνιζόμουν».
9.Αυτοτελής εμπειρία (autotelic experience): Π.χ. «Πραγματικά ευχαριστήθηκα τα πάντα»
 
Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας μου, όπως για παράδειγμα το υψηλό άγχος προδιάθεσης, ο τύπος του αθλήματος, η δυσκολία και η σημαντικότητα του αγώνα, η αυτοπεποίθηση, η πίστη στις ικανότητες μου και η υψηλή εσωτερική παρακίνηση είναι παράγοντες που επηρεάζουν τη ροή. 
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η υποκειμενική εμπειρία, το πώς δηλαδή το άτομο αντιλαμβάνεται τόσο τις ικανότητες του όσο και τις συνθήκες που απορρέουν από την πρόκληση που αντιμετωπίζει είναι εκείνα τα στοιχεία που αυξάνουν ή μειώνουν τα θετικά συναισθήματα και κατ΄ επέκταση την αίσθηση της ψυχολογικής ροής σε έναν αγώνα. Το άγχος, η χαμηλή αυτοπεποίθηση και η μικρή πίστη στον εαυτό και τις ικανότητες μας δεν βοηθούν στο να έρθουμε σε κατάσταση ροής στον αγώνα. 
 
ΦΡΟΣΩ ΠΑΤΣΟΥ
      M.Sc. Ψυχολόγος – Αθλητική Ψυχολόγος
       Επιστημονική Συνεργάτιδα Εθνικής Ομάδας Στίβου
Τηλ.: 6982.89.28.32
www.idealpsychology.gr
 
References:
Emerson, H. (1998). Flow and Occupation. A review of the literature. Canadian Journal of Occupational Therapy 65, 37-44. 
Σταύρου, Ν. (2012). Ψυχολογική Ροή: Διαστάσεις, διακριτά σημεία και σχέσεις στον αγωνιστικό αθλητισμό. Κινησιολογία, 49-57.
 
 
 

Πως η ήττα μπορεί να με κάνει καλύτερο αθλητή

Γράφει η Φρόσω Πατσού Ph.D, M.Sc. Ψυχολόγος – Αθλητική Ψυχολόγος, Επιστημονική Συνεργάτιδα Εθνικής Ομάδα

www.idealpsychology.gr 

«Στη διάρκεια της καριέρας μου έχασα 9.000 σουτ και έφυγα από το γήπεδο με σκυμμένο κεφάλι επειδή είχαμε χάσει με ντροπιαστικό αποτέλεσμα πάνω από 300 φορές. Είκοσι έξι φορές έχασα την πιο κρίσιμη – τελευταία μπαλιά του αγώνα. Το ότι έχω αποτύχει τόσες πολλές φορές αποτελεί τη μεγαλύτερη αθλητική μου επιτυχία». 

Τα παραπάνω λόγια δεν ανήκουν σε κάποιον τυχαίο αθλητή, αλλά σε έναν από τους σπουδαιότερους μπασκετμπολίστες του κόσμου – τον Μάικλ Τζόρνταν και ορίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη σημασία της ήττας για την καριέρα και τη μεγιστοποίηση της απόδοσης ενός αθλητή.

 
Αντίστοιχα, ο Περικλής Ιακωβάκης σε διάφορες συνεντεύξεις του έχει δηλώσει «Οι δύσκολες στιγμές και οι ήττες με τροφοδοτούσαν για την επόμενη χρονιά».
Υπάρχουν σε όλα τα αθλήματα, εκατοντάδες περιστατικά αθλητών πολύ υψηλού επιπέδου όπου πήγαιναν ως φαβορί σε κάποιο αγώνα ο οποίος τελικά εξελίχθηκε σε πανωλεθρία. 
 
Η αποτυχία και η ήττα αν αντιμετωπιστούν σαν μια διαδικασία μάθησης και χρησιμοποιηθούν γνωστικά ως δίαυλος αυτό-βελτίωσης και ωρίμανσης, είναι βέβαιο ότι μόνο θετικά αποτελέσματα μπορούν να επιφέρουν στην αθλητική πρόοδο του ατόμου. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι αθλητές έχουν απογοητευτεί τόσο πολύ από ένα κακό αποτέλεσμα ώστε έχουν φτάσει σε σημείο να εγκαταλείψουν ακόμη και τον αθλητισμό επειδή έχουν αισθανθεί ανίκανοι και ανήμποροι να υπερασπιστούν το ταλέντο τους και την όλη προσπάθεια τους. 
 
Το να επανέρχεσαι μετά από μια οδυνηρή ήττα ή μετά από ένα κακό αποτέλεσμα αγώνα είναι αυτό που οι Αθλητική Ψυχολογία ονομάζει Ψυχική Ανθεκτικότητα και εστιάζεται στο:
Να ανταπεξέρχομαι σε δύσκολες / στρεσογόνες καταστάσεις
Να επανακάμπτω μετά από αποτυχίες / τραυματισμούς
Να επιμένω
Να παραμένω ήρεμος / συγκεντρωμένος / με αυτοπεποίθηση
 
Σημαντικό είναι να γνωρίζει ο αθλητής τις αιτίες που τον οδήγησαν στην ήττα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη και να μπορέσει να αξιοποιήσει προς όφελος του τις συνθήκες που τον οδήγησαν στο άσχημο αποτέλεσμα. Η απόδοση της ήττας στην «κακή τύχη», στην «άσχημη αθλητική μέρα» ή σε εξωτερικούς παράγοντες όπως ο διαιτητής, ο καιρός ή ο «Ερμής» που ήταν ανάδρομος μόνο εκλογίκευση και σοβαρή αθλητική πρακτική δεν αποτελεί. 
Οι  αθλητές  που αναλαμβάνουν το μερίδιο της ευθύνης τους για την ήττα είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και έχουν αναπτύξει υψηλή συνειδητότητα για την ανάλυση της απόδοσής τους. Γνωρίζουν ότι μπορούν να ελέγξουν την επόμενη φορά το αποτέλεσμα αν τροποποιήσουν και αλλάξουν τις συνθήκες εκείνες που τους έφτασαν στην ήττα και για τις οποίες οφείλουν πάνω από όλα οι ίδιοι να ενεργήσουν προκειμένου την επόμενη φορά να μην έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Εδώ υπεισέρχεται η εκπαίδευση στην απόδοση αιτιών. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η νίκη στο μυαλό του αθλητή/τριας είναι τόσο σημαντική που γίνεται αυτοσκοπός.
Όταν η ήττα δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως παράγοντας κινητοποίησης και βελτίωσης τότε η εστία ελέγχου είναι εξωτερική και μειώνεται η αίσθηση του αυτοπροσδιορισμού και της αυτονομίας του ατόμου καθώς, επίσης και τα εσωτερικά του κίνητρα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο αθλητής, να μειώνει το αίσθημα της αυτό-αποτελεσματικότητας και αυτοπεποίθησης του και να ξεκινάει ένας φαύλος κύκλος αρνητικών σκέψεων και προσδοκιών για τους επόμενους αγώνες. 
Προκειμένου λοιπόν να μετατρέψετε την ήττα σε θετική για εσάς ανατροφοδότηση και να τη χρησιμοποιήσετε προς όφελος σας υιοθετήστε τα παρακάτω:
•Αποδεχτείτε το γεγονός ότι δεν υπάρχει αθλητισμός χωρίς αποτυχίες και χρησιμοποιήστε τις ήττες σαν ευκαιρίες προκειμένου να μάθετε από αυτές
•Μην αποφεύγετε την ευθύνη των λαθών ή αποτυχιών σας, ωστόσο, μην μένετε καθηλωμένοι στην απογοήτευση  
•Μετατρέψτε στο μυαλό σας το άσχημο αποτέλεσμα από απειλή σε πρόκληση
•Κάντε ανατροφοδότηση με το πέρας του χαμένου αγώνα, βρείτε τι έφταιξε και επαναπροσδιορίστε τους στόχους της επόμενης ημέρας
•Παραμείνετε θετικοί στη σκέψη ότι μπορείτε να επανακάμψετε παρά την όποια δυσκολία και συνεχίστε να προσπαθείτε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα
 
ΦΡΟΣΩ ΠΑΤΣΟΥ 
M.Sc. Ψυχολόγος – Αθλητικός Ψυχολόγος
Επιστημονική Συνεργάτιδα Εθνικής Ομάδας Στίβου
Τηλ.: 6982.89.28.32.
 
www.idealpsychology.gr
 
References:
Derakshan, N., & Eysenck, M.W. (2010). Introduction to the special issue: Emotional states, attention, and working memory. Cognition and Emotion, 24, 189–199.
Higgins, J.P.T., & Green, S. (updated March 2011). Cochrane handbook for systematic reviews of interventions: version 5.1.0 The Cochrane Collaboration, 2011. http://handbook.cochrane.org/. Accessed 21 Jan 2015.
Kingston, K., & Hardy, L. (1997). Effects of different types of goals on processes that support performance. The Sport Psychologist, 11, 277 – 293. 
 
OSense O-Sense